Stories

«Κυνηγούσα τη Ζυγαριά Χωρίς Νούμερο Τερματισμού» – Η Μάχη της Ανορεξίας για την Κατερίνα

«Όταν το στομάχι είναι άδειο εσύ αισθάνεσαι κατά κάποιον τρόπο “γεμάτος” και τούμπαλιν».

Η αντανάκλαση στον καθρέφτη, μπορεί να μη λέει την αλήθεια. Μπορεί να είναι παραπλανητική. Η συνύπαρξη με το σώμα είναι περίπλοκη και μπορεί να δημιουργήσει στρες, κατάθλιψη, πόνο. Η εικόνα του, η διαδικασία της σύγκρισης με τα κυρίαρχα πρότυπα -που πολλές φορές γίνεται υποσυνείδητα- οι φιγούρες που πλασάρονται στα social media, βάζουν τα άτομα σε εσωτερικές διεργασίες που μπορεί να λειτουργήσουν επιβαρυντικά. Πάντοτε όμως τα αίτια πηγάζουν από την ψυχοσύνθεση, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, τη θλίψη, το άγχος ή κάποιο τραυματικό γεγονός.

«Ξεκίνησα να πάσχω από ψυχογενή ανορεξία στην ηλικία των 16 περίπου. Έκανα τότε πρωταθλητισμό στην κολύμβηση, όπου κάθε χιλιοστό του δευτερολέπτου μετράει. Ξεκίνησε εν είδει υγιεινής διατροφής, παρότι ακολουθούσα μια πολύ προσεγμένη και ισορροπημένη διατροφή. Η φιλοδοξία μου να βελτιώσω την απόδοση και τους χρόνους μου μέσα στο νερό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκ των πραγμάτων όλη την ημέρα κυκλοφορούσα με μαγιό -και άρα υπήρχε μία μεγαλύτερη ευαισθησία ως προς την εικόνα του σώματος- με οδήγησαν σταδιακά στον περιορισμό συγκεκριμένων ομάδων τροφίμων και εν συνεχεία συστατικών, κυρίως λιπαρών και υδατανθράκων, ώστε να επιτύχω την επιθυμητή γράμμωση. Βέβαια, εκ των υστέρων, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι τα παραπάνω ήταν η αφορμή, γιατί η αιτία κρύβεται στην ψυχοσύνθεση του ατόμου, στο περιβάλλον και στις σχέσεις με τους γύρω και κυρίως με τους γονείς. Η ίδια το συνειδητοποίησα αρκετά αργότερα, όταν πλέον ζήτησα μόνη μου βοήθεια», περιγράφει η Κατερίνα, η οποία είναι σήμερα 31 ετών.

«Όταν το στομάχι είναι άδειο εσύ αισθάνεσαι ‘γεμάτος’»
«Εκείνη την περίοδο ήμουν στα πάνω και στα κάτω μου ψυχολογικά, με μόνη διαφορά πως οτιδήποτε σχετιζόταν άμεσα ή έμμεσα με το φαγητό, με επηρέαζε πολύ περισσότερο από τον μέσο άνθρωπο. Αν για παράδειγμα είχα φάει δυσανάλογα πολύ -πάντα με μέτρο τι εγώ είχα στο μυαλό μου ότι θα έπρεπε να έχω φάει και τι θεωρούσα λίγο ή πολύ- «έπεφτα». Αν πάλι ήμουν συνεπής στο πρόγραμμά μου, αισθανόμουν δυνατή και κατ’ επέκταση χαρούμενη», εξηγεί. Η ίδια πάλευε με τις διαταραχές πρόσληψης τροφής για έξι χρόνια. Επεισοδιακή υπερφαγία που εναλλασσόταν κατά περιόδους με την ανορεξία.

Οι ψυχολογικές και συναισθηματικές διακυμάνσεις από τις οποίες περνά ένα άτομο που πάσχει από διαταραχή πρόσληψης τροφής, είναι πολλές και αρκετά περίπλοκες. «Δεν αντιλαμβάνεσαι πλήρως τι σου συμβαίνει και δεν έχεις τα εφόδια ώστε να τις διαχειριστείς, όπως συνήθως βέβαια δεν έχουν ούτε και οι άνθρωποι του περίγυρού σου. Θυμώνεις με τον εαυτό σου γιατί έφαγε παραπάνω ή γιατί δεν τήρησε το πρόγραμμα της γυμναστικής που το ίδιο σου το μυαλό σου είχε επιβάλλει, θυμώνεις με τους γύρω σου για τα σχόλιά τους ή την πίεση που σου ασκούν και από την άλλη αισθάνεσαι απολύτως ανεξάρτητη, δυνατή, ευτυχής και ασφαλής τις ημέρες ή τις φορές που τα έχεις κάνει όλα βάσει πλάνου. Είναι μία διαρκής εναλλαγή μεταξύ “άδειου” και “γεμάτου” ανθρώπου, θα έλεγα. Όταν το στομάχι είναι άδειο εσύ αισθάνεσαι κατά κάποιον τρόπο “γεμάτος” και τούμπαλιν».

Τότε, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική εικόνα που αντίκριζε στον καθρέφτη. Ήταν όλα θολά και αλλοιωμένα. Υπήρχε μια διαρκής ανάγκη να χάσει λίγο βάρος ακόμα. «Δεν θυμάμαι ακριβώς τι εικόνα είχα, αλλά με βεβαιότητα μπορώ πλέον να πω ότι δεν έβλεπα την πραγματική μου εικόνα. Κυνηγούσα το νούμερο στη ζυγαριά -χωρίς βεβαίως να έχω ορίσει ποτέ κάποιο συγκεκριμένο νούμερο “τερματισμού”- και προφανώς η εικόνα μου άλλαζε, αλλά η ίδια έβλεπα ότι είχα ακόμα περιθώριο να χάσω λίγο ακόμη, κάθε φορά από διαφορετικά σημεία του σώματος. Κοιτώντας πλέον τις φωτογραφίες της συγκεκριμένης περιόδου, αντιλαμβάνομαι βεβαίως ότι η εικόνα που είχα για το σώμα μου ήταν διαστρεβλωμένη και ήμουν ήδη εξαιρετικά αδύνατη. Αυτό όμως μπορώ να το αντιληφθώ πλέον, αρκετά χρόνια μετά».

«Η ασθένεια δεν πηγάζει από το νούμερο στη ζυγαριά»
«Σε γενικές γραμμές προσπαθούσα να αποφεύγω τις τροφές που περιείχαν λιπαρά και υδατάνθρακες, οπότε περιοριζόμουν σε φρούτα, κοτόπουλο ή γαλοπούλα, ψάρι ψητό, λαχανικά και σαλάτα. Απέφευγα τα γαλακτοκομικά, τα παγωτά και τα τυριά βεβαίως, όπως και τα ζυμαρικά, το ψωμί, τους ξηρούς καρπούς, το λάδι, το βούτυρο και άλλα τρόφιμα που στο μυαλό μου είχαν την ταμπέλα «παχυντικά». Η αλήθεια είναι ότι οι ποσότητες που κατανάλωνα δεν ήταν τόσο μικρές, ήταν όμως εξαιρετικά περιορισμένες σε θερμιδική αξία και σε συνδυασμό με τη γυμναστική που έκανα μπορούσα να χάνω εύκολα βάρος».

Τα νούμερα στην ζυγαριά δεν είναι απόλυτα και δεν ορίζουν την ασθένεια, διότι προφανώς είναι διαφορετικά για τον καθένα, αναλόγως ης ηλικίας, του ύψους, της σωματοδομής. Μπορεί κάποιος να φαίνεται πιο υγιής σε απόλυτο νούμερο βάρους από κάποιον άλλο και όμως να νοσεί εξίσου. Η ασθένεια πηγάζει από τις συμπεριφορές και την ψυχή. «Πάντως δεν έκανα ποτέ εμετό. Ως αθλήτρια το καταφύγιό μου ήταν πάντα η γυμναστική, οπότε χρησιμοποιούσα αυτή για να “κάψω” παραπάνω θερμίδες. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι επιπλοκές μπορεί να είναι τόσες πολλές και διαφορετικές ανά περίπτωση και οργανισμό που εκ των πραγμάτων κινδυνεύεις. Εγώ είχα επιπτώσεις στον κύκλο μου, ο οποίος ωστόσο επανήλθε κανονικά στη συνέχεια».

«Η θεραπεία έρχεται μέσα από τη συνειδητοποίηση του προβλήματος από το ίδιο το άτομο»
Συνήθως, ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται την αλλαγή συμπεριφοράς και συνηθειών, και συχνά είναι οι πρώτοι που προτρέπουν το άτομο να ζητήσει βοήθεια. Κάπως έτσι συνέβη και στην περίπτωσή της. Αυτό όμως δεν είναι αντιληπτό από την αρχή, διότι το άτομο που νοσεί είναι εξαιρετικά ευφυές ως προς τους τρόπους και τις δικαιολογίες που χρησιμοποιεί, για να καλύψει τις συνήθειές του.

«Άλλωστε, ποιος γονιός δεν επιθυμεί το παιδί του να επιλέγει να τρέφεται υγιεινά και να ζητάει από μόνο του λαχανικά και φρούτα; Σταδιακά, βεβαίως, η αλλαγή συμπεριφοράς, η επιθυμία μου να τρώω μόνη μου και να κρύβω πράγματα χρησιμοποιώντας δικαιολογίες, οι εξάρσεις και φυσικά η απώλεια βάρους θορύβησαν και προβλημάτισαν τους γονείς μου πρώτα. Αρχικά με συζήτηση και αρκετές φορές με πίεση, φωνές και επικριτικά σχόλια προσπάθησαν να με πείσουν για το πρόβλημα που εντόπιζαν, ωστόσο η ένταση έφερνε πάντα ένταση. Αναζήτησαν ιατρική βοήθεια σε εξειδικευμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και προσπάθησαν ακολουθώντας τις συμβουλές αυτών να με υποστηρίξουν. Η προσέγγιση αυτή φάνηκε να είναι πιο στοχευμένη και κατ’ επέκταση πιο αποτελεσματική. Και πάλι όμως, η θεραπεία έρχεται μέσα από τη συνειδητοποίηση του προβλήματος από το ίδιο το άτομο, οπότε μόνο όταν ζήτησα εγώ βοήθεια με πλήρη αντίληψη του τι μου συνέβαινε και τι χρειαζόμουν, μπόρεσα να με βοηθήσω».

Ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια όλης αυτής της διαδικασίας, ήταν το κομμάτι της σωματικής και ψυχολογικής αποκατάστασης. «Μία συνέντευξη σε ένα περιοδικό στάθηκε η αφορμή για να πιστέψω ότι υπήρχε διέξοδος από όλο αυτό, ότι δεν ήμουν μόνη μου και ότι ανάλογες δυσκολίες είχαν βιώσει και άλλοι άνθρωποι πριν από εμένα και τις είχαν αντιμετωπίσει με επιτυχία. Κάπως έτσι πήρα την απόφαση να αρχίσω να το μοιράζομαι. Μέσα ήρθε και η απόφαση να ζητήσω βοήθεια απευθυνόμενη πλέον στην ΑΝΑΣΑ».

Πρόκειται για μία πορεία αρκετά επώδυνη, κυρίως ψυχικά και μετέπειτα σωματικά. Πολλοί από αυτούς που το έχουν περάσει, το χαρακτηρίζουν ως μια διαδρομή δύσβατη. «Είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας, συνειδητοποίησης και συμφιλίωσης με τον εαυτό σου, με το μυαλό σου, με την ψυχή σου, με το σώμα σου, με τα «θέλω» σου. Στη διαδρομή υπάρχουν πολλά σκαμπανεβάσματα και πισωγυρίσματα. Πέφτεις, σηκώνεσαι, ξαναπέφτεις, ξανασηκώνεσαι κι αυτό μπορεί να συμβεί πολλές φορές. Είναι δύσκολο συνειδητά να επιλέξεις να αφήσεις το comfort zone σου, ειδικά όταν ζεις μέσα σε αυτό για καιρό ή για χρόνια, όπως εξίσου δύσκολο είναι και να βρίσκεις διαρκώς τη δύναμη να σηκώνεσαι και να το ξανακάνεις όλο από την αρχή. Η εξωτερική βοήθεια, το φιλικό και το οικογενειακό περιβάλλον και οποιαδήποτε άλλη υποστήριξη μπορείς να έχεις δεν είναι απλά πολύτιμη, αλλά απαραίτητη, όμως η πηγή της δύναμης είναι μέσα σου και μόνο εσύ ο ίδιος μπορείς να την ανακαλύψεις και να αντλήσεις από αυτήν. Αρκεί να εμπιστευτείς τον εαυτό και το σώμα σου», επισημαίνει η Κατερίνα. Τότε, τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα. Φόβος, αβεβαιότητα αλλά και μια αίσθηση δύναμης και αποφασιστικότητας. «Στα πρώτα ραντεβού προφανώς κυρίαρχα ήταν ο φόβος, η αγωνία και η ανασφάλεια που με τον καιρό έγιναν αυτοπεποίθηση, αυτογνωσία, αυτοεκτίμηση και δύναμη».

«Αν μπορούσα να δώσω μια συμβουλή σε ένα άτομο που πάσχει από διαταραχή πρόσληψης τροφής, είναι να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στο σώμα του, στις δυνάμεις του, να ακούει τα “θέλω” του, να μην αισθάνεται ενοχές για αυτά ή για τις σκέψεις του και να συζητάει καθετί που το δυσκολεύει με ένα πρόσωπο της εμπιστοσύνης του – όχι απαραίτητα με γονείς. Καμιά φορά οι φίλοι ή άλλα οικεία πρόσωπα που δεν βιώνουν την καθημερινότητα των ΔΠΤ μπορούν να αποδειχθούν καλύτεροι ακροατές και κυρίως λιγότερο επικριτικοί και πιο υποστηρικτικοί σε μία φάση ζωής που η υποστήριξη και η κατανόηση είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίες», τονίζει.

«Η σύμπλευση με τα κυρίαρχα πρότυπα ομορφιάς παίζει σημαντικό ρόλο στην ψυχογενή ανορεξία»
«Η ψυχογενής ανορεξία είναι ψυχιατρική διαταραχή και ανήκει στον φάσμα των διαταραχών πρόσληψης τροφής. Αυτές θεωρούνται πολυπαραγοντικές νόσοι, που σημαίνει ότι για την ανάπτυξή τους, εμπλέκονται βιολογικοί-γενετικοί, περιβαλλοντολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες. Στα ψυχολογικά αίτια συναντάμε την χαμηλή αυτοπεποίθηση, την θλίψη, το άγχος και την μοναχικότητα. Σε γενικές γραμμές οι ασθενείς με ψυχογενή ανορεξία είναι άτομα που εμφανίζουν τελειοθηρία και ιδεοψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, ενώ παράγοντες κινδύνου θεωρούνται και τραυματικά γεγονότα. Η σύμπλευση με τα κυρίαρχα πρότυπα ομορφιάς, θεωρείται ένας κοινωνικός παράγοντας της αιτιοπαθογένειας της ψυχογενούς ανορεξίας και φαίνεται να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο», υπογραμμίζει από την πλευρά της η Λίλα Παπαδοπούλου, Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπεύτρια, Eπιστημονικά Υπεύθυνη Κ.Η. ΑΝΑΣΑ. «Τα social media για παράδειγμα, δεν ξέρω αν βλάπτουν, αλλά δεν νομίζω ότι βοηθούν κιόλας, ειδικά όταν επικροτείται η ισχνότητα, αλλά και η εξωτερική εικόνα γενικότερα. Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής εμφανίζονται κυρίως στο δυτικό ανεπτυγμένο κόσμο, που προφανώς συνδέονται εμμέσως με την αυξημένη σημασία που δίνεται στην εικόνα και τα πρότυπα ομορφιάς».

Μη αμελητέο σημάδι είναι και η διαστρέβλωση της εικόνας του σώματος στον καθρέφτη. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού στην ψυχογενή ανορεξία, είναι όταν κάποιος βιώνει το σώμα του πιο βαρύ, ογκώδες, παχύ από αυτό που πραγματικά είναι. Πρόκειται δηλαδή για μια διαστρέβλωση της αντιληπτικής εμπειρίας του σώματος. Συνήθως πρόκειται για έναν άνθρωπο που περνάει αρκετή ώρα να ελέγχει διάφορα σημεία του σώματος του, είτε με την αφή του, είτε κοιτώντας στον καθρέφτη και εμφανίζει την παράλογη πολλές φορές επιθυμία να χάσει κι άλλο βάρος, παρά το ήδη υπάρχον χαμηλό βάρος του και τις ιατρικές συστάσεις για το αντίθετο», εξηγεί. Και σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολογική υποστήριξη των ατόμων με διαταραχές πρόσληψης τροφής είναι μια αρκετά δύσκολη υπόθεση, διότι πρόκειται για χρόνιες διαταραχές με εξάρσεις, υφέσεις και συχνές υποτροπές.

Σύμφωνα με την ίδια, ένα άτομο που αντιμετωπίζει διαταραχές πρόσληψης τροφής, «θα ήταν καλό να αναρωτηθεί τι επίδραση έχει η σχέση του με το φαγητό στην ζωή, τη λειτουργικότητα και τις συναναστροφές του. Συνήθως οι ασθενείς ζητάνε βοήθεια, επειδή κουράστηκαν να ζουν εγκλωβισμένοι στις σκέψεις τους γύρω από το σώμα και το φαγητό. Επίσης, όποτε με ρωτάνε συγγενείς πως να παρακινήσουν το παιδί τους για να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας, θα πρότεινα να απευθυνθούν και οι ίδιοι, προκειμένου να υποστηριχτούν, μιας και συνήθως εμφανίζουν μεγάλη ενοχή».

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα teokanistras.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Πηγή: vice.com

Back to top button