StoriesTeo Kanistras

«Στελέχη Είχαν Σεξουαλικές Σχέσεις με Τρόφιμες» – Όσα Έζησα στην Κιβωτό Μαζί με τα Αδέρφια μου

Η Χριστίνα, ενήλικη σήμερα, καταθέτει την εμπειρία της στο VICE για όσα έζησε στις δομές της Κιβωτού του Κόσμου, σε Αθήνα και Πειραιά.

«Όταν σου έδινε κάτι ο πατήρ Αντώνιος έπρεπε να είσαι εκεί, να του δίνεις αντάλλαγμα. Στην Κιβωτό νόμιζα ότι θα βρω κάτι καλύτερο από αυτό που ζούσα. Στο τέλος, σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα να είχα μείνει στο σπίτι με τα αδέρφια μου, να μην είχα κάνει ποτέ αυτή την κίνηση, να μην τον γνώριζα ποτέ τον πατέρα Αντώνιο κι ας μην είχαμε ούτε νερό να πιούμε, αρκεί να μην τα περνούσαμε όλα αυτά και να μην έχανα την επικοινωνία με τα αδέρφια μου».

Ψυχολογική και σωματική βία, απειλές, χειραγώγηση, απλήρωτη εργασία και μη καταβολή συμφωνημένης αμοιβής, μεγάλες δωρεές που δεν μεταφράζονταν σε βοήθεια για τα παιδιά, μόνιμο καθεστώς φόβου και «σόου» για τις κάμερες.

Εκτός από τις δομές της Αττικής, η Χριστίνα έχει περάσει κι απ’ τις δομές των Ιωαννίνων και της Χίου, αφού μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά έκαναν εκεί αρκετές επισκέψεις. Τα δύο μικρότερα αδέρφια της έζησαν στην Κιβωτό από πάρα πολύ μικρή ηλικία, πέντε και οκτώ ετών, μέχρι 17 και 18 ετών.

Η Χριστίνα λέει στο VICE ότι απ’ όταν η ίδια έφυγε από την Κιβωτό, το ίδρυμα στέρησε από την ίδια και τη μητέρα της την επικοινωνία με τα δύο νεαρότερα αδέρφια της, επί σειρά ετών. Πρόκειται για μια πολύτεκνη, μονογονεϊκή οικογένεια μετά τον θάνατο του πατέρα, με συνολικά έξι παιδιά και πάρα πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα που απειλούσαν την επιβίωσή τους.

«Είμαστε έξι αδέρφια, είχαμε πάρα πολλά προβλήματα και τεράστια ανάγκη για βοήθεια. Μου είχαν μιλήσει για τον πατέρα Αντώνιο και πήγα να τον βρω όταν ήμουν στην εφηβεία. Εκείνος έκατσε, με άκουσε και μου πρότεινε να πάρω όλα μου τα αδέρφια και να μπούμε στη δομή της Αθήνας, στον Κολωνό. Αυτό που χρειαζόταν στην πραγματικότητα η οικογένειά μου ήταν τρόφιμα και μια οικονομική βοήθεια, για να συντηρήσουμε το σπίτι μας. Η μόνη λύση που μας πρόσφερε όμως ο πατέρας Αντώνιος ήταν να μπούμε στη δομή μαζί με τα αδέρφια μου».

«Καλύτερα να μην είχαμε ούτε νερό να πιούμε, παρά να περάσουμε όσα περάσαμε στην Κιβωτό».

Η ίδια πίστεψε ότι στην Κιβωτό θα έβρισκε καλύτερες συνθήκες, αν και αρχικά δεν ήθελε να μπει στη δομή, όπου θα έπρεπε να ζει υπό συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες, την περίοδο της εφηβείας της. Σήμερα εύχεται να μην είχε περάσει ποτέ το κατώφλι του ιδρύματος. «Τα παιδιά της Κιβωτού μεγαλώσαμε πάρα πολύ άσχημα».

«Ο ένας αδερφός μου έπρεπε να γίνει 18 για να τον πάρουμε. Και ο μικρότερος βγήκε τώρα, τον Αύγουστο, στα 17 του, λίγο πριν σκάσει η “βόμβα’’ για την Κιβωτό. Έλεγε ότι θέλει να φύγει και του έβαζαν λόγια για να μείνει, προσπαθούσαν να τον κρατήσουν, παρόλο που είχε περάσει πολύ άσχημα εκεί. Σε πολύ μικρή ηλικία, άνθρωπος της Κιβωτού τον έπιασε από τον λαιμό, τον κόλλησε στον τοίχο και του φώναζε να σκάσει».

«Σεξουαλικές επαφές στελεχών της Κιβωτού με τρόφιμες»

Η Χριστίνα καταγγέλλει ότι ανώτερα στελέχη της Κιβωτού είχαν σεξουαλικές σχέσεις με τρόφιμες μέσα στη δομή, εν γνώσει του πατέρα Αντώνιου. «Ο […] τα είχε με μια κοπέλα που έκανα παρέα εγώ, αυτός την κυνηγούσε. Ήταν πολύ μεγαλύτερός της. Η σχέση της μ’ αυτόν ξεκίνησε μέσα στην Κιβωτό, όταν εκείνη ήταν 19 χρονών κι έκανε ακόμα μαθήματα στο σχολείο. Μιλάμε για μεγαλοστέλεχος, πάρα πολύ κοντά στον πατέρα Αντώνιο, ο οποίος του επέτρεψε να έχει σχέσεις με την κοπέλα.

»Άλλο στέλεχος έκανε σχέση με εθελόντρια της Κιβωτού κι ένα άλλο με μια κοινωνική λειτουργό. Για τους τελευταίους, είχα ακούσει ότι κάποια παιδιά τους είδαν να κάνουν σεξ. Το ήξερε ο πατήρ Αντώνιος ότι στελέχη έκαναν σχέσεις μέσα στην Κιβωτό. Όχι μόνο τους άφηνε, αλλά τους είχε παντρέψει και με γυναίκες από εκεί μέσα, που μεγάλωσαν ως παιδιά της Κιβωτού».

«Δεν μου έδωσε την αμοιβή για τη δουλειά μου, αλλά μου είπε ότι θα είμαι παιδί της Κιβωτού»

Η Χριστίνα, την πρώτη φορά που μπήκε στη δομή, μετά από λίγους μήνες έφυγε μαζί με την αδερφή της, που ήθελε να επιστρέψει οπωσδήποτε στο σπίτι. Δεν θα περνούσε πολύς καιρός μέχρι ο πατέρας Αντώνιος να της προτείνει να ξαναμπεί στη δομή. Εν τω μεταξύ, ο μεγάλος αδερφός του κοριτσιού συνέχιζε να δουλεύει στην αποθήκη της Κιβωτού, για να βγάζει κάποια λεφτά.

«Ο πατέρας Αντώνιος κάποια στιγμή με ζήτησε ξανά, γιατί από την οικογένειά μου, εγώ ήμουν εκείνη που τον είχε προσεγγίσει αρχικά. Τον βρίσκω και μου προτείνει να με βοηθήσει. “Έλα τον Μάιο στην κατασκήνωση στη Ραφήνα να δουλέψεις, να βοηθήσεις εκεί με τα παιδιά’’, μου είπε. Έτσι έγινε. Δούλεψα από τον Μάιο μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου που ξεκίνησαν τα σχολεία και δεν έβγαινα από την κατασκήνωση, δούλευα είτε στην κουζίνα, είτε πρόσεχα τα παιδιά».

«Θα κάνεις ό,τι σου πω κι εγώ θα σε βοηθήσω»

«Τον Σεπτέμβριο γύρισα στο σπίτι μου και πήγα στον Κολωνό να μιλήσουμε με τον πατέρα Αντώνιο για τα λεφτά που έπρεπε να πάρω. Μου λέει “αν θέλεις, μπορώ να σε ξανακάνω παιδί της Κιβωτού, να έχεις ό,τι θέλεις, να σου παρέχω ό,τι θέλεις’’. Ήταν τόσο πειστικός που τον εμπιστεύτηκα και αποφάσισα να ξαναμπώ στην Κιβωτό, γιατί η ανάγκη με έφερε πάλι εκεί.

»Δεν μου έδωσε τα λεφτά μου, αλλά μου είπε ότι θα είμαι παιδί της Κιβωτού –έτσι μας έλεγε– κι ότι θα κάνω ό,τι μου πει και αυτός θα με βοηθήσει αντίστοιχα. Είχε το εξής σκεπτικό: θα σου δώσω, αλλά πρέπει να μου δώσεις κι εσύ κάτι. Λες κι εγώ άμα γίνω μάνα, θα πω στο παιδί μου ότι για να του δώσω σήμερα φαγητό, θα πρέπει να μου κάνει μια χάρη».

«Είχα βαριά κατάθλιψη και δεν με βοήθησε κανείς»

Η Χριστίνα μετά την κατασκήνωση έπαθε αμυγδαλίτιδα- και από την πίεση της δουλειάς, όπως λέει. Περίπου έναν μήνα μετά, μετά από μια κρίση πανικού στο μετρό, διαγνώστηκε από ψυχίατρο με βαριά κατάθλιψη. Θα έπαιρνε αγωγή το επόμενο διάστημα που θα ζούσε στη δομή, αλλά όπως λέει δεν είχε την υποστήριξη που χρειάζεται ένας άνθρωπος με διαγνωσμένο ψυχιατρικό πρόβλημα. «Έπαιρνα τα φάρμακά που μου είχε γράψει ο ψυχίατρος, αλλά δεν ασχολήθηκε κανείς με το πρόβλημά μου. Αυτό με τάραξε πιο πολύ. Βλέπεις έναν άνθρωπο που είναι χάλια, στα πατώματα, νομίζει ότι θα πεθάνει, φοβάται να δει ανθρώπους. Κάνε κάτι, μίλα του. Αυτή η στάση με πόνεσε πιο πολύ.

»Δεν με βοήθησε κανείς. Δεν καταλάβαιναν τι έχω, δεν ένιωθαν πως ένιωθα. Με έβλεπαν να κλαίω, να είμαι χάλια, ούτε την εμφάνισή μου δεν πρόσεχα, ούτε τίποτα. Ξεκίνησα μαθήματα στο ναυτικό λύκειο. Ήταν όνειρο ζωής να δουλέψω στα καράβια, να γίνω καπετάνιος, αλλά δεν είχα καμία υποστήριξη, όπως πίστευα. Τελείωσα το σχολείο με τα χίλια ζόρια, λόγω της κατάθλιψης. Δεν πήγαινα συνέχεια, πήγαινα όταν ήμουν καλά.

»Υποτίθεται ότι υπήρχε μια ψυχίατρος στην Κιβωτό, η οποία μας έκανε μόνο ασκήσεις για το άγχος. Εμένα αυτό δεν με βοηθούσε. Χρειαζόμουν έναν ειδικό να με παρακολουθεί και να του μιλάω, είχα κατάθλιψη και κρίσεις πανικού. Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο και είπα στον πατέρα Αντώνιο ότι πρέπει να με δει ένας ειδικός. Μου λέει “βρες γιατρό’’. Και μπήκα στο Ίντερνετ να ψάξω, χωρίς να έχω ιδέα πού θα πέσω. Ήμουν τυχερή, βρήκα μια ψυχολόγο και κανόνισα να πάω να τη δω».

«Ή θα φύγεις από την Κιβωτό ή θα τιμωρηθείς»

Κάποια στιγμή, ενώ η Χριστίνα συνέχιζε την αγωγή της για να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη και τις κρίσεις πανικού, συνέβη κάτι που προκάλεσε την «έκρηξη» του πατέρα Αντώνιου, όπως λέει η ίδια. Ήταν πια 17 χρονών και φιλήθηκε με ένα αγόρι.

«Ο πατήρ Αντώνιος με έβαλε στο γραφείο του και μου φώναζε ότι αυτό που έκανα ήταν λάθος, με “καταδίκασε’’ λες και είχα κάνει έγκλημα. Ήταν έξαλλος, είχε βγει εκτός εαυτού. Δεν το περίμενα να αντιδράσει έτσι για κάτι φυσιολογικό. Με ρωτούσε επίμονα αν έχω προχωρήσει πέρα από το φιλί και του έλεγα “όχι’’. Δεν με πίστεψε. Με απείλησε ότι ή θα φύγω από την Κιβωτό ή θα με βάλει στη “συνέπεια’’». Όπως μου εξηγεί η Χριστίνα “συνέπεια” έλεγαν στην Κιβωτό την τιμωρία. Η 17χρονη τότε κοπέλα φοβήθηκε να φύγει, ενώ ήταν ακόμα σε αγωγή και πάθαινε κρίσεις πανικού. Η μητέρα της ήταν σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και δεν μπορούσε να την υποστηρίξει.

«Η συνέπειά μου λοιπόν ήταν να δουλεύω χωρίς να πληρώνομαι στο νηπιαγωγείο και να φροντίζω τα παιδιά αλλά και τα μωρά. Έκατσα τρεισήμιση μήνες σε ένα νηπιαγωγείο κλεισμένη. Έτσι θα με τιμωρούσε. Την τιμωρία την λέγαμε συνέπεια, για να μας κάθεται καλύτερα στα αυτιά. Μωρά παιδιά με έβλεπαν σε μαύρα χάλια. Πάθαινα κρίσεις πανικού μπροστά τους, αλλά δεν μπορούσα να φύγω από τον χώρο. Η “παιδαγωγός” που ήταν στο νηπιαγωγείο δεν ήταν παιδαγωγός, αλλά παιδί της Κιβωτού που απλά της είχαν δώσει αυτή τη θέση. Ούτε αυτή έφυγε με καλό τρόπο από τη δομή.

»Όταν πια άρχισα τις συνεδρίες με την ψυχολόγο που βρήκα μόνη μου, με άκουγε και μου έλεγε ότι δεν πρέπει να βρίσκομαι σ’ αυτόν τον χώρο. Οι συνεδρίες πληρώνονταν από την Κιβωτό. Ο πατήρ Αντώνιος μου πέταξε το “μπαλάκι” κάποια στιγμή, με ρωτούσε πώς νιώθω, μήπως είμαι καλύτερα για να σταματήσω τις συνεδρίες. Δεν ήξερα τι να πω και είπα “εντάξει, ας τις σταματήσουμε’’».

«Έρχονταν ασταμάτητα δωρεές, εγώ δεν είχα πάρει ούτε ένα ρούχο»

Όταν έρχονταν κάμερες και δημοσιογράφοι, η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. «Μας μόστραραν και μας έλεγαν τι να πούμε. Με το που έβγαινε στην τηλεόραση ο πατέρας Αντώνιος, ξέραμε ότι θα έρχονταν δωρεές ασταμάτητα. Πάρα πολλά λεφτά. Σε εμάς πάντως δεν πήγαιναν αυτά τα χρήματα.

Εγώ, τόσο καιρό, ένα ρούχο δεν είχα πάρει. Κάποια στιγμή, είχαν αφήσει τα ρούχα που είχε χαρίσει ο κόσμος, σε ένα σημείο κοντά στις σκάλες και τα είχα δει. Πήγα να πάρω κάτι και μια εργαζόμενη που ήταν εκεί κοντά μου είπε να μην πάρω τίποτα. Τα ρούχα τα έδιναν στους τσιγγάνους κι εκείνοι τα πήγαιναν στο παζάρι και τα πούλαγαν δύο ευρώ το ένα. Δεν ξέρω αν έπαιρναν ποσοστά».

Ο μεγάλος αδερφός της Χριστίνας συνέχιζε να πηγαινοέρχεται από το σπίτι τους στην Πεντέλη μέχρι τη δομή του Κολωνού, για να δουλεύει στην αποθήκη και να βγάζει κάποια λεφτά. Από την Κιβωτό, του είχαν πει πως θα του παραχωρούσαν ένα σπίτι πιο κοντά, στο οποίο θα μπορούσε να μείνει με τη μητέρα μας.

«Όταν σου έδινε κάτι ο πατήρ Αντώνιος, έπρεπε να είσαι εκεί, να του δίνεις αντάλλαγμα»

«Μόλις μου είπαν ότι μπήκαν σ’ αυτό το σπίτι, σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να μείνω κι εγώ μαζί τους, να βρω τα πατήματά μου, να έχω τον χρόνο μου, να μπορώ να σκεφτώ ελεύθερα. Να μη φροντίζω συνέχεια τα μωρά, να τα αλλάζω, να τα ταΐζω. Εμένα στην κατάστασή μου αυτό δεν με βοηθούσε καθόλου, όπως μου έλεγε και η ψυχολόγος.

»Μου έδωσε την έγκριση να πάω να μείνω με τη μητέρα μου, αλλά μου έλεγε ότι πρέπει να συνεχίσω να πηγαίνω στο νηπιαγωγείο το πρωί, να κάνω τις δουλειές που χρειάζεται. Μετά, το απόγευμα, πήγαινα και στη σχολή μου. Αυτό ήταν το πρόγραμμά μου κάθε μέρα»

«Συνέχιζα να δουλεύω χωρίς χρήματα, για χρόνια αφ’ ότου έφυγα από τη δομή»

Η Χριστίνα λέει στο VICE ότι συνέχισε να δουλεύει στο νηπιαγωγείο, χωρίς να πληρώνεται για άλλα δύο χρόνια, αφότου είχε φύγει από τη δομή. «Τόσο άντεξα. Μετά κάποια στιγμή, ο πατέρας Αντώνιος με είχε βάλει στο τριπάκι να πηγαίνω στις κηδείες, πράγμα πολύ άσχημο για μένα.

Το γραφείο τελετών επικοινωνούσε με την Κιβωτό και πηγαίναμε στα νεκροταφεία, όταν η οικογένεια ζητούσε αντί στεφάνου να κατατεθούν χρήματα στη δομή. Στηνόμασταν με ένα κουτί, καθόλη τη διάρκεια της τελετής και ο καθένας έβαζε μέσα ό,τι ήθελε. Ήταν άσχημο. Πάντα υπήρχε στις κηδείες ένας εκπρόσωπος –έτσι τον έλεγαν– και περίμενε σαν το ζητιάνο. Αυτό μπορούσε να γίνει με άλλο τρόπο. Πήγαινα σε κηδείες σχεδόν κάθε μέρα, ήταν πάρα πολλές. Αυτό κράτησε πάνω από χρόνο.

Το σταμάτησα εγώ, γιατί έβλεπα ότι ήταν εκμετάλλευση. Δεν έπαιρνα καθόλου χρήματα για να μπορέσω να συντηρήσω το σπίτι που μου είχε παραχωρήσει. Μου έλεγε και ότι δεν πληρώνω για το σπίτι. Πώς να πληρώσω αφού ήμουν στις κηδείες χωρίς λεφτά; Και υποτίθεται μας έβαλε στο σπίτι για να μας βοηθήσει».

«Πήγαινα σε κηδείες με ένα κουτί σχεδόν κάθε μέρα, για πάνω από χρόνο».

Εν τω μεταξύ, το σπίτι της οικογένειας στην Πεντέλη, όσο ήταν άδειο είχε λεηλατηθεί. Άγνωστοι είχαν μπει μέσα και είχαν ξηλώσει τα πάντα. Δεν ήταν πια κατοικήσιμο. «Το είχα πει στον πατέρα Αντώνιο, του είχα ζητήσει βοήθεια, για να μπορέσουμε να φτιάξουμε τα βασικά και να επιστρέψουμε εκεί, να φύγουμε από το σπίτι που μας είχε παραχωρήσει. Μου είπε ‘‘ναι’’ και δεν το έκανε ποτέ».

«Δεν είχα επικοινωνία με τα αδέρφια μου, ο πατέρας Αντώνιος κάλεσε την αστυνομία για να με απομακρύνει από τη δομή»

Η Χριστίνα πια ήταν 21 ετών. Είχε πάει στα Μετέωρα να δουλέψει. «Μια μέρα, με παίρνει η μάνα μου τηλέφωνο και μου λέει “με διώχνει’’. Φεύγω από τα Μετέωρα, έρχομαι στην Αθήνα να δω πού θα μείνει προσωρινά η μητέρα μου και σε πέντε ώρες ξαναφεύγω, γιατί δούλευα.

»Ο πατέρας Αντώνιος μου είχε κόψει την επικοινωνία με τα αδέρφια μου, γιατί έλεγε πως ήμουν κακή επιρροή, επειδή έφυγα. Μετά απ’ αυτό, κίνησα διαδικασίες με δικηγόρο για να πάρω τα αδέρφια μου από τη δομή. Η Χριστίνα υποστηρίζει ότι όταν ένα παιδί αποφάσιζε να φύγει από την Κιβωτό, αυτόματα θεωρούνταν κακή επιρροή και δεν μπορούσε να κρατήσει σχέσεις με τα παιδιά που παρέμεναν στις δομές.

«Είχα νοικιάσει σπίτι, δούλευα και παρόλα αυτά, δεν μπορούσαμε με τη μητέρα μου να πάρουμε τα αδέρφια μου. Συγγνώμη που το λέω έτσι, αλλά ο εισαγγελέας έκανε παιχνίδι με τον πατέρα Αντώνιο και δεν μας έδιναν τα αδέρφια μου. Πήρε την επιμέλεια από τη μάνα μου, χωρίς να υπάρχει λόγος. Έτσι κάνει, για να κρατάει τα παιδιά, βάζει μπροστά τους εισαγγελείς. Ήρθε κοινωνική λειτουργός στο σπίτι που νοίκιασα, τα βρήκε όλα εντάξει και μετά ο εισαγγελέας μου είπε ότι δεν με αφήνει ο πατήρ Αντώνιος να σου δώσω τα παιδιά».

Η Χριστίνα αποφασίζει να βρει τον πατέρα Αντώνιο για να μιλήσουν. «Ήμουν 21 χρονών πια. Δεν ήθελε να μου ανοίξει. Κάλεσε την αστυνομία. Η κοπέλα στην ρεσεψιόν μού έπιασε την κουβέντα, για να παραμείνω στον χώρο μέχρι να έρθει η αστυνομία. Οι αστυνομικοί με τραβολογούσαν, με έβγαλαν έξω από τη δομή, χωρίς να έχω κάνει φασαρία, χωρίς να έχω κάνει τίποτα. Ρώτησα τον αστυνομικό αν συνέβαινε το ίδιο πράγμα στο παιδί του πώς θα αντιδρούσε. Δεν είχε να μου πει τίποτα, το μόνο που μου έλεγε είναι “απομακρύνσου από εδώ’’!

»Ξαναπηγαίνω στον εισαγγελέα για να του πω ότι ο πατέρας Αντώνιος δεν μου άνοιξε. Ο εισαγγελέας με ρώτησε γιατί έσπασα τα αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Είπα ότι αυτό δεν συνέβη ποτέ. Αν είχε συμβεί, οι ιδιοκτήτες τους δεν θα είχαν κινηθεί νομικά; Κάλεσε κι εκείνος τους αστυνομικούς και μου είπε να απομακρυνθώ από τον χώρο.

»Είχα κουραστεί πάρα πολύ με όλα αυτά που είχα περάσει. Φοβήθηκα ότι ο πατέρας Αντώνιος θα μου κόψει τελείως την επικοινωνία με τα αδέρφια μου και σκέφτηκα να σταματήσω. Όταν φεύγεις από εκεί, είσαι κακή επιρροή για όλα τα παιδιά, ακόμη και για την οικογένειά σου. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να ηρεμήσω».

«Με απείλησαν ότι αν αναφέρω την Κιβωτό ή ενοχλήσω τον πατέρα Αντώνιο, θα φοβάμαι να κυκλοφορήσω»

Η Χριστίνα σε μια προσπάθεια να επικοινωνήσει με τα αδέρφια της, επιχείρησε να δημοσιοποιήσει το θέμα. «Στα τέλη του 2016 είχα μιλήσει με δημοσιογράφους, αλλά κανείς δεν με πίστευε. Ήξερα οικογένειες που περνούσαν άσχημα, αλλά δεν έβγαιναν να μιλήσουν. Έφτιαξα μια σελίδα στο Facebook για να γράψω εκεί την ιστορία. «Με απειλούσαν στελέχη της Κιβωτού ότι αν γνωστοποιήσω το θέμα και αναφέρω την Κιβωτό ή αν ενοχλήσω τον πατέρα Αντώνιο, θα φοβάμαι να κυκλοφορήσω στον δρόμο».

Μέσα σε διάστημα μεγαλύτερο από δέκα χρόνια, η Χριστίνα είδε τα αδέρφια της, μόνο τρεις φορές. Τα παιδιά μετακινούνταν μέσα στα χρόνια από τη δομή της Αθήνας στη δομή του Βόλου και της Χίου. «Μετά από όσα έγιναν, με είχαν βάλει στο μάτι. Είχα πάει μια φορά στον Βόλο ολόκληρο ταξίδι και είδα τα αδέρφια μου για δέκα λεπτά. Κατάφερα και πήγα άλλες δύο φορές στη Χίο. Πήγαιναν από ‘δω κι από εκεί τα παιδιά. Εγώ δούλευα, δεν είχα ούτε χρόνο, ούτε χρήματα να πληρώνω εισιτήρια και ξενοδοχεία».

Τα αδέρφια της Χριστίνας, αυτήν τη στιγμή έχουν βγει από τη δομή της Κιβωτού, πάνω από από μια δεκαετία μετά. «Ο μικρός μου αδερφός βγήκε στα 18 του από την Κιβωτό. Δεν εκφράζεται, έχει θέμα με την ομιλία, είναι κλειστός χαρακτήρας και δυσκολεύεται πολύ να επικοινωνήσει. Έβλεπαν ότι το παιδί δεν μιλάει, κάτι έχει. Αυτό ήθελαν, να κάνουν τα παιδιά άβουλα, να μην μπορούν να κάνουν τίποτα. Στον άλλο μου αδερφό έχει βγει εντελώς διαφορετικά. Είναι οξύθυμος, δυστυχώς αν τον πειράξεις, μπορεί να ξεφύγει, να σου σπάσει και τα μούτρα, να το πω κι έτσι».

«Τα παιδιά πεινούσαν κι έσπαγαν τα λουκέτα στην κουζίνα για να φάνε»

Τα αδέρφια της Χριστίνας τής αφηγήθηκαν ότι στη δομή της Χίου, δούλευαν πολλές ώρες και συντηρούσαν την έκταση της Κιβωτού, όπως και τα περισσότερα παιδιά. «Έκαναν κηπουρική, φρόντιζαν τα ζώα, καθάριζαν, έσκαβαν, σήκωναν πέτρες, 14 και 15 χρονών παιδιά να κάνουν τόσο βαριές χειρωνακτικές εργασίες. Δεν ήθελαν να πληρώνουν εργάτες. Τους έδιναν λίγο φαγητό για την ηλικία τους και τις τόσο βαριές δουλειές που έκαναν. Τα παιδιά επειδή πεινούσαν έσπαγαν τα λουκέτα στην κουζίνα για να φάνε».

Η Χριστίνα έχει παλέψει πάρα πολύ για φτάσει στο σημείο που είναι σήμερα. «Έχω καταφέρει με πάρα πολύ κόπο, να έχω μια δουλειά. Το 2019, έφυγα από το σπίτι που είχα νοικιάσει, γιατί δεν μπορούσα πια να πληρώνω ενοίκιο. Μπήκα μόνη μου μαζί με τη μητέρα μου στο σπίτι στην Πεντέλη και ξεκινήσαμε να το φτιάχνουμε μόνες μας, σιγά-σιγά, αλλά τα έξοδα είναι πάρα πολλά. Αυτή τη στιγμή, το σπίτι δεν έχει ούτε θέρμανση.

«Δεν μπορούσα να κάνω την πρακτική που ήθελα, όταν έπρεπε να δουλεύω «εθελοντικά» στην Κιβωτό, και αφού έφυγα από τη δομή»

»Δεν ακολούθησα αυτό που πραγματικά ήθελα, να εργαστώ στα καράβια. Δεν μπορούσα να κάνω πρακτική στην εταιρεία που ήθελα, όταν έπρεπε να δουλεύω ‘‘εθελοντικά’’ για την Κιβωτό. Μετά δεν μου ξαναδόθηκε η ευκαιρία. Έχω δουλέψει delivery, τον χειμώνα με τα χιόνια πάνω στο μηχανάκι, έχω βγάλει άδεια ταξί, έχω δουλέψει σε καφετέριες, κάποια στιγμή είπα να βγάλω και μια άδεια security. Τώρα κάνω φύλαξη σε διάφορα κτίρια, όπου με στείλει η εταιρεία. Το καλό είναι ότι είμαι σε γραφείο, γιατί δεν άντεχα πια να κουράζομαι».

Το 2018, η Χριστίνα διαγνώστηκε με σκλήρυνση κατά πλάκας. «Ξέσπασμα του οργανισμού», το χαρακτηρίζει. «Με όλα αυτά που πέρασα, ήταν λογικό να πάθει κάτι το σώμα μου. Είχα κατάθλιψη, ήμουν συνέχεια στην πίεση, δεν ηρεμούσα ποτέ. Μετά τη διάγνωση σκέφτηκα ότι πρέπει επιτέλους να κάνω κάτι καλύτερο για μένα, να προσπαθήσω να ηρεμήσω».

«Θα είμαι εντάξει με τον εαυτό μου όταν όλοι μας δικαιωθούμε δικαστικά, όλα εμείς τα παιδιά που μεγαλώσαμε τόσο άσχημα».

Πώς νιώθει τώρα που αρκετές φωνές προχωρούν σε καταγγελίες για την Κιβωτό του Κόσμου; «Δεν νιώθω δικαιωμένη ακόμα, νιώθω στενοχώρια για όλα αυτά τα παιδάκια. Θα είμαι εντάξει και με τον εαυτό μου και με όλα αυτά τα παιδιά που έμειναν αφότου εγώ έφυγα, όταν βγει δικαστική απόφαση και δικαιωθούμε, όλα εμείς τα παιδιά που μεγαλώσαμε τόσο άσχημα.

»Δεν θέλω να απογοητευτώ από τη Δικαιοσύνη, να τους βγάλουν όλους αθώους. Βγαίνουν τώρα άλλοι που τους έχει χρυσοπληρώσει –αγόρια κυρίως– και λένε ότι ‘‘εμείς τον αγαπάμε” και “μας αγαπάει” ή “είναι όλα ψέματα’’. Εκεί τρελαίνομαι. Δεν γίνεται να έχουν βγει τόσα παιδιά, να έχουν γίνει τόσες καταγγελίες και να ακούγονται ακόμα αυτά τα πράγματα».

*Τα πλήρη στοιχεία της Χριστίνας βρίσκονται στη διάθεση του VICE Greece.

Ακολουθήστε την ιστοσελίδα teokanistras.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Πηγή: vice.com

Back to top button